Ινομυώματα: Τι να κάνω Γιατρέ μου;

Ένα ινομύωμα είναι μια καλοήθης μάζα από ινομυώδη ιστό. Μπορεί να προκαλέσει μεγέθυνση ή και την παραμόρφωση της μήτρας και ορισμένες φορές του τραχήλου της. Τα ινομυώματα προέρχονται από λεία κύτταρα του μυομητρίου (τοιχώματα της μήτρας). Στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκονται πολλαπλά ινομυώματα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορεί να βρεθεί μονάχα ένα. Υπολογίζεται πως μία στις 4 με 5 λευκές γυναίκες θα αναπτύξουν ινομυώματα μεταξύ των 30 και 40 ετών, τα οποία θα αρχίσουν να συρρικνώνονται με την εμμηνόπαυση. Τα ινομυώματα απαντώνται συχνότερα σε γυναίκες της μαύρης φυλής.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Η πλειοψηφία των γυναικών με ινομυώματα στη μήτρα δεν έχουν καμιά ενόχληση, γι’αυτό και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει λόγος καμιάς θεραπείας. Παρ’όλα αυτά, μπορεί να προκαλέσουν αυξημένη αιμορραγία κατά την περίοδο ή αίμα ανάμεσα στις περιόδους, πόνο και κράμπες που γίνονται εντονότερα σε περίπτωση εγκυμοσύνης, αίσθημα έντονης πίεσης σε όργανα της πυέλου ( π.χ. στην ουροδόχο κύστη και στους ουρητήρες, στο παχύ έντερο και στο ορθό) και σπανιότερα υπογονιμότητα, αποβολές και πρόωρο τοκετό.

Η χειρουργική αφαίρεση των ινομυωμάτων στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να ωφελήσει, χωρίς όμως να αποκλείει την εμφάνιση νέων ινομυωμάτων ή την μετεγχειρητική δημιουργία συμφύσεων.

ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ

Τα ινομυώματα μπορεί να συμβάλουν στη γυναικεία υπογονιμότητα, κυρίως όταν προβάλουν στην κοιλότητα της μήτρας, δυσκολεύοντας έτσι την εμφύτευση του εμβρύου στο ενδομήτριο ή όταν παρεμποδίζουν τη σωστή λειτουργία των σαλπίγγων ή και του τραχήλου, όμως, μόνο το 2% – 3% των υπογόνιμων γυναικών δεν μπορεί να συλλάβει εξαιτίας της ύπαρξης των ινομυωμάτων. Για το λόγο αυτό, τα ζευγάρια που δυσκολεύονται να συλλάβουν πρέπει να κάνουν ένα πλήρη έλεγχο, προκειμένου να βρεθούν και άλλα αίτια υπογονιμότητας.

Τα ινομυώματα μπορεί να αυξήσουν τις πιθανότητες αποβολής, είτε εμποδίζοντας την επιτυχή εμφύτευση και ανάπτυξη του εμβρύου στο ενδομήτριο είτε αλλοιώνοντας την παροχή αίματος στη μήτρα. Επίσης, ανάλογα με το μέγεθος και τη θέση τους, μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και να οδηγήσουν σε πρόωρο τοκετό. Είναι εξαιρετικά σπάνιο, (περίπου 0,2%) κάποιο ινομύωμα να είναι κακοήθες. Παρ’όλα αυτά αν διαπιστωθεί πως κάποιο ινομύωμα αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς, πρέπει να γίνει πιο προσεκτική εκτίμηση του προβλήματος και πιθανώς αφαίρεσή του ή ακόμη και αφαίρεση της μήτρας.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Αν και σε πολλές περιπτώσεις είναι εύκολη η διάγνωση των ινομυωμάτων κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης, επιπλέον εξετάσεις είναι απαραίτητες προκειμένου η διάγνωση να είναι ακριβής. Οι εξετάσεις αυτές περιλαμβάνουν:

  • Υπερηχογράφημα της μήτρας, κοιλιακό ή/ και διακολπικό.
  • Υστεροσαλπιγγογραφία

Με την εξέταση αυτή διαπιστώνεται ακτινολογικά η ροή ειδικής σκιαγραφικής ουσίας μέσω της μήτρας και των σαλπίγγων. Η εξέταση αυτή μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την κοιλότητα της μήτρας και τη διαβατότητα των σαλπίγγων.

    • Υστεροσκόπηση. Εξετάζεται λεπτομερώς η ενδομητρική κοιλότητα, με τη χρήση ενδοσκοπίου μέσω του τραχήλου. Η εξέταση αυτή συνήθως πραγματοποιείται λίγες ημέρες μετά το τέλος της περιόδου, όταν το ενδομήτριο είναι λεπτό και τα στόμια των σαλπίγγων ευκολότερα ορατά.
    • Λαπαροσκόπηση. Στην επέμβαση αυτή, που πραγματοποιείται με γενική αναισθησία, η κοιλιακή κοιλότητα της ασθενούς διατείνεται με διοξείδιο του άνθρακα έτσι ώστε τα όργανα να είναι πιο ορατά. Κατόπιν ένα ενδοσκόπιο εισάγεται στο εσωτερικό της κοιλίας μέσα από μια μικροσκοπική τομή κοντά στον ομφαλό. Με την βοήθεια του ενδοσκοπίου και παρατηρώντας με μεγάλη προσοχή, ο ειδικός χειρουργός ελέγχει την κατάσταση των κοιλιακών οργάνων και εντοπίζει αν υπάρχουν παθολογικές καταστάσεις (π.χ. ενδομητρίωση, πυελικές συμφύσεις, ινομυώματα) που προκαλούν υπογονιμότητα.
    • Μαγνητική τομογραφία. Με την εξέταση αυτή είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η θέση και το μέγεθος των ινομυωμάτων και αν διαπιστωθεί αν τα ινομυώματα αυτά παραμορφώνουν ή όχι τη μητρική κοιλότητα. Αν και ως μέθοδος είναι πολύ ακριβής, σπάνια χρησιμοποιείται για τη διάγνωση ινομυωμάτων. Περισσότερο χρησιμοποιείται για τη διαφορική διάγνωσή τους και τοπογραφική συσχέτισή τους.

    ΘΕΡΑΠΕΙΑ

    Τις περισσότερες φορές τα ινομυώματα δεν απαιτούν συγκεκριμένη θεραπεία, ιδιαίτερα αν η γυναίκα δεν παρουσιάζει κάποιο σύμπτωμα. Μια απλή γυναικολογική εξέταση και υπερηχογραφικός έλεγχος επαρκούν προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει κάποια αλλαγή όσον αφορά το μέγεθος των ινομυωμάτων, ιδιαίτερα αν σκέφτεται να μείνει έγκυος, οπότε τα ινομυώματα μπορεί να μεγαλώσουν και να επηρεάσουν την εγκυμοσύνη ή ξεκινάει η εμμηνόπαυση, οπότε τα ινομυώματα αναμένεται να συρρικνωθούν.

    Ακόμα και εάν η γυναίκα αντιμετωπίζει πρόβλημα υπογονιμότητας, η ύπαρξη ινομυωμάτων μπορεί απλώς να είναι συμπτωματική, και να μην απαιτεί καμιά αντιμετώπιση. Μάλιστα η χειρουργική αφαίρεση των ινομυωμάτων μπορεί και να χειροτερέψει την κατάσταση προκαλώντας την δημιουργία συμφύσεων, που με τη σειρά τους μπορεί να επηρεάσουν την καλή λειτουργία των σαλπίγγων και των ωοθηκών.

    Αν τελικά πρέπει να γίνει χειρουργική αφαίρεση των ινομυωμάτων, αυτό μπορεί να γίνει με ποικίλους τρόπους, ανάλογα με τη θέση ή και το μέγεθος των ινομυωμάτων. Μέχρις ενός μεγέθους, τα ινομυώματα μπορεί να αφαιρεθούν υστεροσκοπικά ή λαπαροσκοπικά. Αν όμως είναι μεγάλα και πολλά σε αριθμό ή δύσκολα προσπελάσιμα με τις πιο πάνω μεθόδους, τότε πρέπει να γίνει ανοιχτή επέμβαση (λαπαροτομία).

    Αν το πρόβλημα της γυναίκας είναι μόνο υπερβολική απώλεια αίματος (στην περίοδο ή στο ενδιάμεσο), τότε αν το ινομύωμα είναι υποβλεννογόνιο πιθανόν η λύση να δοθεί με αφαίρεση του, με ρεσεκτοσκόπιο ή καταστροφή του υποκείμενου ενδομητρίου με θερμική μέθοδο. Οι γυναίκες με ινομυώματα μεγάλα που τους προκαλούν ποικίλα προβλήματα, οι οποίες έχουν κάνει παιδιά και δεν επιθυμούν να αποκτήσουν άλλα, μπορεί να επωφεληθούν από μια πιο οριστική λύση, την υστερεκτομή, την αφαίρεση δηλαδή όλης της μήτρας.

    Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η χρήση συγκεκριμένων ορμονών μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στη συρρίκνωση των ινομυωμάτων και στην προσωρινή ανακούφιση των συμπτωμάτων, εφ’όσον έχει αποκλειστεί κάθε υποψία κακοήθειας. Όμως τα φάρμακα αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μεγάλες χρονικές περιόδους, εκτός και εάν δεν υπάρχει άλλη λύση. Συνήθως χρησιμοποιούνται για τη συρρίκνωση των ινομυωμάτων πριν την χειρουργική αφαίρεσή τους.

    Αυτό που έχει σημασία να θυμάται κάθε γυναίκα, είναι ότι τα ινομυώματα είναι κάτι σύνηθες, δεν απειλούν την υγεία, δεν χρειάζονται πάντα θεραπεία, αλλά όταν χρειαστεί αντιμετωπίζονται εύκολα.